ἀπύω

ἀπύω
ᾱπῠω
a sing of, celebrate

Ζεῦ, ἱκέτας σέθεν ἔρχομαι Λυδίοις ἀπύων ἐν αὐλοῖς O. 5.19

δὲ δ' Λοκρὶς παρθένος ἀπύει P. 2.19

τὸν ἐν ἀοιδᾷ νέων πρέπει χρυσάορα Φοῖβον ἀπύειν P. 5.104

b call upon

ἄπυεν βαρύκτυπον Εὐτρίαιναν O. 1.72

ἀλλά με Πυθώ τε καὶ τὸ Πελινναῖον ἀπύει Ἀλεύα τε παῖδες P. 10.4


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • απύω — βλ. ηπύω …   Dictionary of Greek

  • ἀπύω — ἄπυος not suppurating masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄπυος not suppurating masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἀ̱πύω , ἠπύω call to pres subj act 1st sg (doric) ἀ̱πύω , ἠπύω call to pres ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηπύω — ἠπύω, δωρ. και αρκ. τ. ἀπύω (Α) 1. προσκαλώ κάποιον, φωνάζω κάποιον («ὅθι ποιμένα ποιμήν ἠπύει», Ομ. Οδ.) 2. επικαλούμαι κάποιον («ἄπυεν Εὐτρίαιναν», Πίνδ.) 3. (για άνεμο) πνέω ηχηρά («οὔτ ἄνεμος τόσσον περὶ δρυσὶν ὑψικόμοισι ἠπύει», Ομ. Ιλ.) 4.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”